λώλαμα
•
- λαϊκότροποη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του λωλαίνω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
λώλαμα < λωλαίνω, λωλα- + -μα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | λώλαμα | λωλάματα |
| Γενική | — | — |
| Αιτιατική | λώλαμα | λωλάματα |
| Κλητική | λώλαμα | λωλάματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →