μάγγανο
•
- ιστορίααμυντική πολεμική μηχανή, που έριχνε πέτρες ή βέλη, καταπέλτης Βικιλεξικό
- παρωχημένοροδάνι Βικιλεξικό
- παρωχημένοείδος γερανού Βικιλεξικό
- παρωχημένοείδος βαρούλκου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μάγγανο < (ελληνιστική κοινή)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μάγγανο | μάγγανα |
| Γενική | μάγγανου | μάγγανων |
| Αιτιατική | μάγγανο | μάγγανα |
| Κλητική | μάγγανο | μάγγανα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →