μάγισσα
•
- αυτή που ασκεί τη μαγεία, που επικαλείται τις υπερφυσικές δυνάμεις με ξόρκια, φίλτρα ή τελετές Βικιλεξικό
- μεταφορικάαυτή που μαγεύει τους άλλους, τους σαγηνεύει, τους γοητεύει Βικιλεξικό
- μεταφορικάγριά μάγισσα: πολύ άσχημη γυναίκα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μάγισσα < μάγος + κατάληξη θηλυκού -ισσα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μάγισσα | μάγισσες |
| Γενική | μάγισσας | μαγισσών |
| Αιτιατική | μάγισσα | μάγισσες |
| Κλητική | μάγισσα | μάγισσες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →