μάγκικος
•
- που ανήκει ή χαρακτηρίζει το μάγκα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μάγκικος < μάγκας + -ικος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μάγκικος | μάγκικη | μάγκικο |
| Γενική | μάγκικου | μάγκικης | μάγκικου |
| Αιτιατική | μάγκικο | μάγκικη | μάγκικο |
| Κλητική | μάγκικε | μάγκικη | μάγκικο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μάγκικοι | μάγκικες | μάγκικα |
| Γενική | μάγκικων | μάγκικων | μάγκικων |
| Αιτιατική | μάγκικους | μάγκικες | μάγκικα |
| Κλητική | μάγκικοι | μάγκικες | μάγκικα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →