μάγμα
•
- διάπυρη μάζα που δεν έχει στερεοποιηθεί ακόμα στο εσωτερικό της γης και βρίσκεται σε μεγάλο βάθος Βικιλεξικό
- ό,τι είναι μαλακό αλλά και σφιχτό σαν το ζυμάρι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μάγμα < μεταγενέστερη μάγμα < αρχαία ελληνική μάσσω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μάγμα | μάγματα |
| Γενική | μάγματος | μαγμάτων |
| Αιτιατική | μάγμα | μάγματα |
| Κλητική | μάγμα | μάγματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →