Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μάλαμα

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. κάθε πολύτιμο μέταλλο Βικιλεξικό
  2. το χρυσάφι, ο χρυσός, ο λευκόχρυσος Βικιλεξικό
    • Τότες οι σύντροφοι του Μπεν, που ήτανε κ' οι πιο πολλοί, πήρανε πίσω με το στανιό τ' ασήμι που 'χανε δοσμένο, κρατήσανε και το μάλαμα. (Φώτης Κόντογλου Ο κουρσάρος Άβερης, ο λεγόμενος Μπεν [διήγημα])
  3. μεταφορικάστον ενικό: καλή καρδιά Βικιλεξικό
    • έχει ψυχή μάλαμα! είναι τόσο γλυκός άνθρωπος!
    • ο τύπος ζήτησε συγγνώμη και συστήθηκε - ήταν ο μέγας Μπαγιαντέρας, ο Μήτσος με την καρδιά μάλαμα, κι έκανε πάντα αυτό το χωρατό, με τάχα λεκέδες και θηλιές, σ' όσους δεν ήξεραν που είχε μείνει τυφλός στην Κατοχή, από αφαγία. (Αύγουστος Κορτώ, Τσιτσιμπού, η μάγισσα της πίστας, εκδ. Πατάκης, 2023)

Ετυμολογία

μάλαμα < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική μάλαμα < ελληνιστική κοινή μάλαγμα με απλοποίηση των <γμ> > <μμ> > <μ> και της προφοράς τους

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμάλαμαμαλάματα
Γενικήμαλάματοςμαλαμάτων
Αιτιατικήμάλαμαμαλάματα
Κλητικήμάλαμαμαλάματα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →