μάλλινος
•
- που είναι φτιαγμένος από μαλλί ζώου Βικιλεξικό
- ένα μάλλινο πουλόβερ
- Μόλις είχαν τελειώσει το βραδινό στο ακομοδέσιο, κι ο Αρίστος του έκανε νόημα να τον ακολουθήσει στην κουβέρτα. Φόρεσαν τις λαδιές νιτσεράδες και κάλυψαν τα κεφάλια με μάλλινα σκουφιά. (Βανέσα Αδαμοπούλου, Αθώοι στον έρωτα, 2011)
Ετυμολογία
μάλλινος < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μάλλινος | μάλλινη | μάλλινο |
| Γενική | μάλλινου | μάλλινης | μάλλινου |
| Αιτιατική | μάλλινο | μάλλινη | μάλλινο |
| Κλητική | μάλλινε | μάλλινη | μάλλινο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μάλλινοι | μάλλινες | μάλλινα |
| Γενική | μάλλινων | μάλλινων | μάλλινων |
| Αιτιατική | μάλλινους | μάλλινες | μάλλινα |
| Κλητική | μάλλινοι | μάλλινες | μάλλινα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →