μάνικα
•
- πλαστικός και εύκαμπτος σωλήνας για τη μεταφορά συνήθως μεγάλης ποσότητας νερού από μία βρύση ή δεξαμενή σε πιο μακρινό σημείο Βικιλεξικό
- μάνικα της πυροσβεστικής
Ετυμολογία
μάνικα < (άμεσο δάνειο) ιταλική manica. Με διαφορετική σημασία η μεσαιωνική ελληνική μάνικα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μάνικα | μάνικες |
| Γενική | μάνικας | — |
| Αιτιατική | μάνικα | μάνικες |
| Κλητική | μάνικα | μάνικες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →