Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μάντεμα

/ˈma(n).de.ma/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. το αποτέλεσμα της μαντείας Βικιλεξικό
  2. η διαδικασία και ενέργεια της μαντείας Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μάντεμα < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική μάντευμα, με αφομοίωση [vm > mm] και απλοποίηση του διπλού συμφώνου [mm > m]. Συγχρονικά αναλύεται σε μαντε(ύω) + -μα.

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμάντεμαμαντέματα
Γενικήμαντέματοςμαντεμάτων
Αιτιατικήμάντεμαμαντέματα
Κλητικήμάντεμαμαντέματα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →