μάντις
•
- γενικήτο αλογάκι της Παναγίας (Mantis religiosa, Μάντις η θρησκευτική) ορθόπτερo έντομο της υποοικογένειας των Μαντιδών της οικογένειας των Μαντωδών Βικιλεξικό
- αρσενικόάλλη γραφή του μάντης (κλιτικοί τύποι από την αρχαία κλίση στο μάντις) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μάντις < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή μάντις (Mantis) < αρχαία ελληνική μάντις (μάντης) # μάντις < αρχαία ελληνική μάντις (μάντης)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μάντις | μάντιδες |
| Γενική | μάντιδας / μάντιδος | μάντιδων / μαντίδων |
| Αιτιατική | μάντιδα | μάντιδες |
| Κλητική | μάντι / μάντι μάντις | μάντιδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →