μαντράς
•
- αυτός που έχει περιφραγμένο χώρο πώλησης (μάντρα) Βικιλεξικό
- Ήταν ένας «μαντράς», ξέρεις έχει μάντρα με μεταχειρισμένα αυτοκίνητα, αυτός αγόραζε και σκάφη και τα είχε και αυτά με τα τροχήλατα στη μάντρα! (Αριστομένης Φλουράκης, Τα θαύματα των Χαιρετισμών…σήμερα, εκδ. Γράμμα-Πρόμαχος, 2018, σ. 186-189)
Ετυμολογία
μαντράς < μάντρα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μαντράς | μαντράδες |
| Γενική | μαντρά | μαντράδων |
| Αιτιατική | μαντρά | μαντράδες |
| Κλητική | μαντρά | μαντράδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →