μάντρισμα
•
- περιορίζω ζώα στο μαντρί Βικιλεξικό
- περιορίζω ανθρώπους (ανήλικα παιδιά, κομματικά στελέχη που θέλουν να αυτονομηθούν κ.λπ.) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μάντρισμα < μαντρίζω < μαντρί + -ίζω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μάντρισμα | μαντρίσματα |
| Γενική | μαντρίσματος | μαντρισμάτων |
| Αιτιατική | μάντρισμα | μαντρίσματα |
| Κλητική | μάντρισμα | μαντρίσματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →