μάντρωμα
•
- η ενέργεια και το αποτέλεσμα του μαντρώνω, το κλείσιμο ενός χώρου με περίφραξη, μέ μάνδρα Βικιλεξικό
- Πρέπει να βάλουμε μπρος το μάντρωμα προτού μας βρει ο χειμώνας
- το μάντρισμα, ο περιορισμός ζώων στο μαντρί Βικιλεξικό
- ο περιορισμός ανθρώπων Βικιλεξικό
- Στα παιδιά δεν αρέσει το μάντρωμα, αλλά οι γονείς καμιά φορά...
Ετυμολογία
μάντρωμα < μαντρώ(νω) + -μα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μάντρωμα | μαντρώματα |
| Γενική | μαντρώματος | μαντρωμάτων |
| Αιτιατική | μάντρωμα | μαντρώματα |
| Κλητική | μάντρωμα | μαντρώματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →