μάπα
•
- το πρόσωπο, η μούρη, η φάτσα Βικιλεξικό
- Δε μου αρέσει η μάπα του.
- το λάχανο Βικιλεξικό
- είδος σφουγγαρίστρας Βικιλεξικό
- Φέρε τη μάπα να μαζέψουμε τα νερά.
- μεταφορικάάχρηστο ή/και κακής ποιότητας αντικείμενο Βικιλεξικό
- 'Αυτό το τραπέζι να το πας πίσω, είναι μάπα!
- ναυτικός όροςκάθε είδους κούμπωμα, πόρπη ^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…)) Βικιλεξικό
- στα μεσαιωνικά και στα κυπριακά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μάπα < :* πρόσωπο: < (άμεσο δάνειο) ιταλική mappa διάλεκτος (μαντίλι για το κεφάλι) < λατινική mappa απ' όπου και η ελληνιστική μάππα :* λάχανο < πιθανόν εξηγείται από τη μεσαιωνική μάππα 'σφαίρα, μπάλα' < ελληνιστική κοινή μάππα (μαντίλι, πανί, πετσέτα) < λατινική mappa
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μάπα | μάπες |
| Γενική | μάπας | — |
| Αιτιατική | μάπα | μάπες |
| Κλητική | μάπα | μάπες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →