μάππα
•
- κυπριακάτο ποδόσφαιρο Βικιλεξικό
- κυπριακάη μπάλα Βικιλεξικό
- κυπριακάη ρίζα του φυτού κολοκασιού Βικιλεξικό
- ετυμολογική γραφή του μάπα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μάππα < μάπα < mappa (πανί, πετσέτα)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μάππα | μάππες |
| Γενική | μάππας | μαππών |
| Αιτιατική | μάππα | μάππες |
| Κλητική | μάππα | μάππες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →