Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μάππα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. κυπριακάτο ποδόσφαιρο Βικιλεξικό
  2. κυπριακάη μπάλα Βικιλεξικό
  3. κυπριακάη ρίζα του φυτού κολοκασιού Βικιλεξικό
  4. ετυμολογική γραφή του μάπα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μάππα < μάπα < mappa (πανί, πετσέτα)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμάππαμάππες
Γενικήμάππαςμαππών
Αιτιατικήμάππαμάππες
Κλητικήμάππαμάππες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →