Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μάρανση

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. το αποτέλεσμα του μαραίνω αλλά και η διαδικασία, ο μαρασμός, η παρακμή Βικιλεξικό
  2. στάδιο που υπολογίζουν οι γεωπόνοι και όσοι ασχολούνται με τη άρδευση Βικιλεξικό
    • σημείο μάρανσης
    • βακτηριακή μάρανση ή αδροβακτηρίωση, ασθένεια κυρίως της τομάτας
    • προσωρινή μάρανση των φυτών, μόνιμη μάρανση

Ετυμολογία

μάρανση < καθαρεύουσα μάραν(σις) + -ση < αρχαία ελληνική μάρανσις Δείτε μαραίνω

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμάρανσημαράνσεις
Γενικήμάρανσηςμαράνσεων
Αιτιατικήμάρανσημαράνσεις
Κλητικήμάρανσημαράνσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →