μάρανση
•
- το αποτέλεσμα του μαραίνω αλλά και η διαδικασία, ο μαρασμός, η παρακμή Βικιλεξικό
- στάδιο που υπολογίζουν οι γεωπόνοι και όσοι ασχολούνται με τη άρδευση Βικιλεξικό
- σημείο μάρανσης
- βακτηριακή μάρανση ή αδροβακτηρίωση, ασθένεια κυρίως της τομάτας
- προσωρινή μάρανση των φυτών, μόνιμη μάρανση
Ετυμολογία
μάρανση < καθαρεύουσα μάραν(σις) + -ση < αρχαία ελληνική μάρανσις Δείτε μαραίνω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μάρανση | μαράνσεις |
| Γενική | μάρανσης | μαράνσεων |
| Αιτιατική | μάρανση | μαράνσεις |
| Κλητική | μάρανση | μαράνσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →