μάσαλα
•
- παρωχημένοεπιφώνημα με το οποίο εκφράζεται χαρά, ευγνωμοσύνη, επιδοκιμασία, θαυμασμός κ.τ.τ. Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μάσαλα < τουρκική maşallah (θέλημα θεού) < αραβική ما شاء الله (mā šāʾa llāhu) < الله + شاء + ما
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →