Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μάστευση

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. έρευνα, ψάξιμο, αναζήτηση, συγκέντρωση Βικιλεξικό
    • υδραυλικά έργα μάστευσης και μεταφοράς των υδάτων έχει αποκαλύψει η αρχαιολογική σκαπάνη στην πόλη της Αθήνας (εφημερίδα Το Βήμα, 17/10/2011)
    • Η Εταιρεία (...) θα προβεί σε πρόγραμμα εσωτερικών γεωτρήσεων στο κοίτασμα Νότιας Καβάλας με στόχο τη μάστευση του κοιτάσματος και την άντληση του υπολειπόμενου αποθέματος των 150 εκατομμυρίων κυβικών μέτρων φυσικού αερίου (*)
  2. ανάκτηση, άντληση Βικιλεξικό
    • Η ζώνη ανάκτησης ή παγίδευσης ή μάστευσης (capture zone) είναι η περιοχή, η οποία τροφοδοτεί με ρυπασμένο νερό μια γεώτρηση και περιλαμβάνει την περιοχή που αποστραγγίζεται κατά την άντληση, τόσο στα ανάντη όσο και στα κατάντη. (Κώστας Βουδούρης, Θέματα Υδρογεωλογίας Περιβάλλοντος, σελ. 182)

Ετυμολογία

μάστευση < αρχαία ελληνική μαστεύω (ερευνώ, ψάχνω) < μαίομαι (ερευνώ, αναζητώ) < *μασ-jο-μαι

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμάστευσημαστεύσεις
Γενικήμάστευσηςμαστεύσεων
Αιτιατικήμάστευσημαστεύσεις
Κλητικήμάστευσημαστεύσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →