μάστορας
•
- ειδικευμένος τεχνίτης με μεγάλη πείρα και υψηλή τεχνική κατάρτιση Βικιλεξικό
- σαράντα πέντε μάστοροι κι εξήντα μαθητάδες (Το γιοφύρι της Άρτας, δημοτικό)
- Από το 1950 και εντεύθεν η ελληνική αργυροχρυσοχοϊκή τέχνη χάρη στους ταλαντούχους μαστόρους και ανήσυχους επιχειρηματίες κατάφερε να δημιουργήσει μια ιδιαίτερα δυναμική παρουσία τόσο στο χώρο της τέχνης του κοσμήματος όσο και στον επιχειρηματικό. (Το Ελληνικό Κόσμημα : Πέντε Χιλιάδες χρόνια παράδοση, Ελληνικό Κέντρο Αργυροχρυσοχοΐας, 1995, σελ. 15)
- επάγγελμαχτίστης Βικιλεξικό
- ο αρχιτεχνίτης Βικιλεξικό
- Ήτον τεχνίτης ξυλογλύπτης ο Νίκος κ’ έβγαζε ταχτικά ίσαμ’ οχτώ δραχμές την ημέρα. Είχε πάρει μια δουλειά αποκοπή για δυο χιλιάδες κι ο μάστορας που του δούλευε τούδωσε ένα πεντακοσάρικο μπροστάντζα κ’ έτσι αποφάσισε να κάνη αυτό που τούλεγε η καρδιά του, να στεφανωθή τη Βεργινία. (Κωνσταντίνος Χρηστομάνος, Η κερένια κούκλα, Β, 1911)
- μεταφορικάκάποιος πολύ επιδέξιος σε έναν τομέα, που έχει παρουσιάσει αξιόλογο έργο Βικιλεξικό
- μάστορας του λόγου
- προσφώνηση λαϊκότροποως προσφώνηση Βικιλεξικό
- Ρε μάστορα, πάρε το αυτοκίνητό σου από κει και μας έχει κλείσει το δρόμο!
Ετυμολογία
μάστορας < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική μάστορας < *μαΐστορας < *μαγίστορας < ελληνιστική κοινή μαγίστωρ < λατινική magister
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μάστορας | μάστορες / μαστόροι |
| Γενική | μάστορα | μαστόρων |
| Αιτιατική | μάστορα | μάστορες / μαστόρους |
| Κλητική | μάστορα | μάστορες / μαστόροι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →