Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μάταιος

/ˈma.te.os/επίθετο, αρσενικό
•
  1. ανώφελος, που γίνεται του κάκου, άδικος με την έννοια ότι δεν θα φέρει ή δεν έφερε αποτέλεσμα, άσκοπος, με την έννοια ότι έχει σκοπό αλλά δεν θα τον επιτύχει Βικιλεξικό
    • μάταιη προσπάθεια, μάταιος αγώνας
  2. κούφιος, κενόδοξος Βικιλεξικό
    • μάταιος άνθρωπος, μάταιος κόσμος

Ετυμολογία

μάταιος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική μάταιος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμάταιοςμάταιημάταιο
Γενικήμάταιουμάταιηςμάταιου
Αιτιατικήμάταιομάταιημάταιο
Κλητικήμάταιεμάταιημάταιο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμάταιοιμάταιεςμάταια
Γενικήμάταιωνμάταιωνμάταιων
Αιτιατικήμάταιουςμάταιεςμάταια
Κλητικήμάταιοιμάταιεςμάταια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →