μάτιση
•
- το σημείο στο οποίο έχουν ενωθεί δύο ομοειδή αντικείμενα Βικιλεξικό
- εάν στοκάρεις και τρίψεις καλά τα πηχάκια δεν θα φαίνονται οι ματίσεις
- ιατρική, (μεταφορικά) νευράξονας, άρθρωση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μάτιση < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μάτιση | ματίσεις |
| Γενική | μάτισης | ματίσεων |
| Αιτιατική | μάτιση | ματίσεις |
| Κλητική | μάτιση | ματίσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →