μάτσα
•
- ναυτικός όροςτο σιδερένιο κατασκεύασμα που κρατάει την ποδιά ενός πρυμνιού πανιού Βικιλεξικό
- σφυρί, βαριοπούλα ^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…)) Βικιλεξικό
- ιαπωνική λεπτή σκόνη κινεζικής προέλευσης από φύλλα πράσινου τσαγιού αναπτυγμένα στην σκιά που προσδίδει έντονη γεύση ουμάμι· αποτελεί πλούσια πηγή αντιοξειδωτικών και χρησιμεύει επιπλέον ως άρτυμα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μάτσα < → λείπει η ετυμολογία.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μάτσα | μάτσες |
| Γενική | μάτσας | — |
| Αιτιατική | μάτσα | μάτσες |
| Κλητική | μάτσα | μάτσες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →