Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μάτσα

/ˈma.t͡sa/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. ναυτικός όροςτο σιδερένιο κατασκεύασμα που κρατάει την ποδιά ενός πρυμνιού πανιού Βικιλεξικό
  2. σφυρί, βαριοπούλα ^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…)) Βικιλεξικό
  3. ιαπωνική λεπτή σκόνη κινεζικής προέλευσης από φύλλα πράσινου τσαγιού αναπτυγμένα στην σκιά που προσδίδει έντονη γεύση ουμάμι· αποτελεί πλούσια πηγή αντιοξειδωτικών και χρησιμεύει επιπλέον ως άρτυμα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μάτσα < → λείπει η ετυμολογία.

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμάτσαμάτσες
Γενικήμάτσας—
Αιτιατικήμάτσαμάτσες
Κλητικήμάτσαμάτσες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →