μάτωμα
•
- το αποτέλεσμα του ματώνω, αλλά όχι για μεγάλες αιμορραγίες, κυρίως για περιπτώσεις με μικρή ορή αίματος, όπως στα ούλα, στο δάχτυλο ή και στη μύτη όταν δεν πρόκειται για σοβαρή ρινορραγία Βικιλεξικό
- το μάτωμα των ούλων οφείλεται συχνά σε ουλίτιδα
- θήραμα που πιάστηκε Βικιλεξικό
- σφάγιο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μάτωμα < ματώ(νω) + -μα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μάτωμα | ματώματα |
| Γενική | ματώματος | ματωμάτων |
| Αιτιατική | μάτωμα | ματώματα |
| Κλητική | μάτωμα | ματώματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →