μέγαρο
•
- το εντυπωσιακό, αρχοντικό σπίτι, μεγάλο σαν παλάτι Βικιλεξικό
- το μεγάλο, επιβλητικό κτίσμα (π.χ. της Βουλής) Βικιλεξικό
- Υπό φλογώδη ήλιον, επί γυμνών πεδίων, / υψούντο μέγαρα χρυσού, αχάτου και μαρμάρουˈ' (Ζαν Μορεάς, Το όνειρόν μου, από την ποιητική συλλογή Τρυγόνες και έχιδναι)
- αρχαιολογίαη μεγάλη αίθουσα στα μυκηναϊκά ανάκτορα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μέγαρο < αρχαία ελληνική μέγαρον < προελληνική ή σημιτικής προέλευσης, σημασιολογικό δάνειο από την ιταλική palazzo
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μέγαρο | μέγαρα |
| Γενική | μέγαρου / μεγάρου | μεγάρων |
| Αιτιατική | μέγαρο | μέγαρα |
| Κλητική | μέγαρο | μέγαρα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →