μέθεξη
•
- ψυχική συνάντηση, επαφή, επικοινωνία Βικιλεξικό
- φιλοσοφίαεπικοινωνία ανάμεσα στον αισθητό κόσμο και τον κόσμο των ιδεών Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μέθεξη < αρχαία ελληνική μέθεξις < μετέχω
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →