μέικ απ
•
- καλλυντική ουσία που εφαρμόζεται στο δέρμα του προσώπου για την κάλυψη ατελειών καθώς και η γενικότερη προετοιμασία του για την εφαρμογή σκιάς, ρουζ κ.λπ. Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μέικ απ < αγγλική makeup < make + up
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →