μέλαθρο
•
- το ανάκτορο, το μέγαρο, το παλάτι Βικιλεξικό
- η κεντρική αίθουσα του αρχαϊκού ανακτόρου Βικιλεξικό
- μεγαλοπρεπές και πολυτελές κτήριο μεγάλων διαστάσεων Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μέλαθρο < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική μέλαθρον
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μέλαθρο | μέλαθρα |
| Γενική | μελάθρου | μελάθρων |
| Αιτιατική | μέλαθρο | μέλαθρα |
| Κλητική | μέλαθρο | μέλαθρα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →