μέλημα
•
- η φροντίδα Βικιλεξικό
- αγγλικά : concern ⁽ᵉⁿ⁾ Βικιλεξικό
- γαλλικά : préoccupation ⁽ᶠʳ⁾, souci ⁽ᶠʳ⁾ Βικιλεξικό
- ιταλικά : pensiero ⁽ⁱᵗ⁾ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μέλημα < αρχαία ελληνική μέλημα < μέλω :Μέλημα : Το μόνο πράγμα που θέλω να κάνω π.χ Το μέλημα μου είναι να διαβάζω :
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μέλημα | μελήματα |
| Γενική | μελήματος | μελημάτων |
| Αιτιατική | μέλημα | μελήματα |
| Κλητική | μέλημα | μελήματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →