μέλλον
•
- το χρονικό διάστημα μετά το παρόν, ο χρόνος που ακολουθεί μετά την παρούσα χρονική στιγμή Βικιλεξικό
- Στο μέλλον προσπάθησε να είσαι πιο συνεπής!
- Υπάρχουν πολλά μυθιστορήματα και ταινίες επιστημονικής φαντασίας, όπου παρουσιάζονται άτομα που προσπαθούν να αλλάξουν το παρελθόν, ή θέλουν να γνωρίσουν το μέλλον. (Δημήτριος, Αρχιεπίσκοπος Αμερικής, Σ. Δαμασκηνός, Αφιέρωμα στον Αρχιεπίσκοπο Δημήτριο, εκδ. Σάκκουλα - Ευνομία, 2002)
- η εξέλιξη κάποιου, μετά το χρονικό σημείο αναφοράς Βικιλεξικό
- Το μέλλον του διαγράφεται λαμπρό.
- η θετική προοπτική
Ετυμολογία
μέλλον < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο της μετοχής μέλλων, μέλλουσα, μέλλον του ρήματος μέλλω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μέλλον | μέλλοντα |
| Γενική | μέλλοντος | μελλόντων |
| Αιτιατική | μέλλον | μέλλοντα |
| Κλητική | μέλλον | μέλλοντα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →