Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μέλπω

/ˈmel.po/ρήμα
•
  1. αρχαιοπρεπέςτραγουδώ Βικιλεξικό
    • Απόψε στις κιθάρες τους τα Πνεύματα θα μέλπουνε κρυφούς ρυθμούς και τρόμους και στο ρυθμό του χαλαζιού θα σέρνουνε μαύρους χορούς οι καταχνιές στους δρόμους.
    • Ήταν το Ριζικό, πού έμελπε το μεγάλο τραγούδι...

Ετυμολογία

μέλπω < αρχαία ελληνική μέλπω

Άλλοι τύποι

έμελπαέμελψα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →