μέλπω
•
- αρχαιοπρεπέςτραγουδώ Βικιλεξικό
- Απόψε στις κιθάρες τους τα Πνεύματα θα μέλπουνε κρυφούς ρυθμούς και τρόμους και στο ρυθμό του χαλαζιού θα σέρνουνε μαύρους χορούς οι καταχνιές στους δρόμους.
- Ήταν το Ριζικό, πού έμελπε το μεγάλο τραγούδι...
Ετυμολογία
μέλπω < αρχαία ελληνική μέλπω
Άλλοι τύποι
έμελπαέμελψα
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →