μέντορας
•
- ο υποστηρικτής, σύμβουλος και πνευματικός καθοδηγητής κάποιου νεότερου (π.χ. καλλιτέχνη) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μέντορας < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική Μέντωρ από την αιτιατική «τὸν Μέντορα» + -ς. Ο Μέντωρ ήταν ο καθοδηγητής του Τηλέμαχου στην Οδύσσεια.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μέντορας | μέντορες |
| Γενική | μέντορα | μεντόρων |
| Αιτιατική | μέντορα | μέντορες |
| Κλητική | μέντορα | μέντορες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →