μέσο μαζικής μεταφοράς
•
- μέσο μεταφορών το οποίο μεταφέρει επιβάτες μαζικά, όπως το λεωφορείο, το τρένο και το αεροπλάνο Βικιλεξικό
- Την απόφαση της κυβέρνησης για επίταξη των απεργών της εταιρείας Σταθερές Συγκοινωνίες (ΣΤΑΣΥ) ακολούθησε απεργιακή συσπείρωση των εργαζομένων σε όλες τις αστικές συγκοινωνίες. Αποτέλεσμα είναι και σήμερα να σημειώνεται κυκλοφοριακό μπλακ άουτ, καθώς δεν κινείται κανένα μέσο μαζικής μεταφοράς.
- Από απόψε για πρώτη φορά, το Μετρό, το Τραμ και επιλεγμένες λεωφορειακές γραμμές θα λειτουργούν καθ’ όλο το 24ωρο, καθώς ξεκινά η πολιτική εφαρμογή της 24ωρης λειτουργίας στα μέσα μαζικής μεταφοράς στην Αθήνα. (Σε 24ωρη λειτουργία από σήμερα Μετρό, Τραμ και επιλεγμένες λεωφορειακές γραμμές – Τα δρομολόγια, thriassio.gr, 05/07/2025 https://thriassio.gr/se-24ori-leitoyrgia-apo-simera-metro-tram-kai-epilegmenes-leoforeiakes-grammes-ta-dromologia/)
Ετυμολογία
μέσο μαζικής μεταφοράς < → δείτε τις λέξεις μέσο, μαζικός και μεταφορά
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μέσο μαζικής μεταφοράς | μέσα μαζικής μεταφοράς |
| Γενική | μέσου μαζικής μεταφοράς | μέσων μαζικής μεταφοράς |
| Αιτιατική | μέσο μαζικής μεταφοράς | μέσα μαζικής μεταφοράς |
| Κλητική | μέσο μαζικής μεταφοράς | μέσα μαζικής μεταφοράς |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →