Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μέσο μαζικής μεταφοράς

/ˈme.so ma.ziˈcis me.ta.foˈɾas/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. μέσο μεταφορών το οποίο μεταφέρει επιβάτες μαζικά, όπως το λεωφορείο, το τρένο και το αεροπλάνο Βικιλεξικό
    • Την απόφαση της κυβέρνησης για επίταξη των απεργών της εταιρείας Σταθερές Συγκοινωνίες (ΣΤΑΣΥ) ακολούθησε απεργιακή συσπείρωση των εργαζομένων σε όλες τις αστικές συγκοινωνίες. Αποτέλεσμα είναι και σήμερα να σημειώνεται κυκλοφοριακό μπλακ άουτ, καθώς δεν κινείται κανένα μέσο μαζικής μεταφοράς.
    • Από απόψε για πρώτη φορά, το Μετρό, το Τραμ και επιλεγμένες λεωφορειακές γραμμές θα λειτουργούν καθ’ όλο το 24ωρο, καθώς ξεκινά η πολιτική εφαρμογή της 24ωρης λειτουργίας στα μέσα μαζικής μεταφοράς στην Αθήνα. (Σε 24ωρη λειτουργία από σήμερα Μετρό, Τραμ και επιλεγμένες λεωφορειακές γραμμές – Τα δρομολόγια, thriassio.gr, 05/07/2025 https://thriassio.gr/se-24ori-leitoyrgia-apo-simera-metro-tram-kai-epilegmenes-leoforeiakes-grammes-ta-dromologia/)

Ετυμολογία

μέσο μαζικής μεταφοράς < → δείτε τις λέξεις μέσο, μαζικός και μεταφορά

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμέσο μαζικής μεταφοράςμέσα μαζικής μεταφοράς
Γενικήμέσου μαζικής μεταφοράςμέσων μαζικής μεταφοράς
Αιτιατικήμέσο μαζικής μεταφοράςμέσα μαζικής μεταφοράς
Κλητικήμέσο μαζικής μεταφοράςμέσα μαζικής μεταφοράς

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →