μέσπιλο
•
- παρωχημένοκαρπός, παρόμοιος με το μούσμουλο Βικιλεξικό
- Το ραφτόπουλο, του φαίνεται, πως έχει σκαλώσει στον λαιμό του κανένα στυφό μέσπιλο και δεν ημπορεί να καταπιή. (Γεώργιος Βιζυηνός, Tο μόνον της ζωής του ταξείδιον)
Ετυμολογία
μέσπιλο < αρχαία ελληνική μέσπιλον
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μέσπιλο | μέσπιλα |
| Γενική | μέσπιλου / μεσπίλου | μεσπίλων |
| Αιτιατική | μέσπιλο | μέσπιλα |
| Κλητική | μέσπιλο | μέσπιλα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →