Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μέτρημα

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. η ενέργεια και το αποτέλεσμα του μετρώ Βικιλεξικό
    • το παιδί που τα φύλαγε στο κρυφτό άρχισε το μέτρημα ενώ οι άλλοι έτρεξαν να κρυφτούν
    • Θυμήθηκε τον πατέρα του. «Δέκα φορές πιο δύσκολα απ' τον πλούτο μοιράζεται η φτώχεια», συνήθιζε να λέει σαν έπιανε καμιά απ' τις τεχνίτρες του, που αμείβοταν με το κομμάτι, να ρίχνει στο μέτρημα τις άλλες για μερικές πενταροδεκάρες. (Κωνσταντίνος Δ. Τζαμιώτης, Η πόλη και η σιωπή, εκδ. Καστανιώτη, 2013)

Ετυμολογία

μέτρημα < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμέτρημαμετρήματα
Γενικήμετρήματοςμετρημάτων
Αιτιατικήμέτρημαμετρήματα
Κλητικήμέτρημαμετρήματα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →