μέτωπο
•
- ανατομίατο τμήμα του προσώπου πάνω από τα φρύδια και κάτω από τα μαλλιά Βικιλεξικό
- Ο ιπποδαμαστής θεός απεικονίζεται ως νέος άνδρας σε ιδεαλιστική γυμνότητα, όρθιος, κατά μέτωπον ως προς το σώμα και σε άποψη 3/4 ως προς την κεφαλή, στραμμένος προς τα δεξιά. Φορά πίλο, τον χαρακτηριστικό κωνικό σκούφο των Διοσκούρων (Λιάνα Παρλαμά, Η Πόλη κάτω από την πόλη: ευρήματα από τις ανασκαφές του Μητροπολιτικού Σιδηροδρόμου των Αθηνών, Yπουργείο Πολιτισμού, Ίδρυμα Ν. Π. Γουλανδρή - Μουσείο Κυκλαδικής Τέχνης, 2000, σελ. 71)
- κατ’ επέκτασητο μπροστινό τμήμα (π.χ. ενός κτιρίου) Βικιλεξικό
- η κατεύθυνση προς την οποία κοιτάζει κάποιος ή κάτι Βικιλεξικό
- στρατιωτικός όροςη στρατιωτική παράταξη προς τον εχθρό και ιδίως η πρώτη γραμμή της Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηχώρος εντός του οποίου διεξάγονται στρατιωτικές επιχειρήσεις Βικιλεξικό
- ζώνη εντός της οποίας γίνεται κάτι Βικιλεξικό
- Σήμερα ο πρόεδρος Bush (υιός), ως πλανητάρχης πλέον, προσπαθεί να κλείσει όλα τα μέτωπα, μεταξύ των οποίων και το Κυπριακό. (Μάνος Μάρκογλου, Η Αμερική όπως την είδα, εκδ. Παπαζήση, 2005, σελ. 28)
- κοινή δράση ατόμων ή ομάδων, συμμαχία για κοινό σκοπό Βικιλεξικό
- μετεωρολογίααέρια ζώνη με κοινά χαρακτηριστικά πίεσης, θερμοκρασίας κ.λπ. Βικιλεξικό
- ψυχρό μέτωπο
Ετυμολογία
μέτωπο < αρχαία ελληνική μέτωπον < μετά + ὤψ < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *h₃okʷ- / *h₃ekʷ- : (μετεωρολογική και στρατιωτική έννοια) < (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική front
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μέτωπο | μέτωπα |
| Γενική | μέτωπου / μετώπου | μετώπων |
| Αιτιατική | μέτωπο | μέτωπα |
| Κλητική | μέτωπο | μέτωπα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →