μήκος κύματος
•
- φυσικήη σταθερή απόσταση ανάμεσα σε δύο κορυφές ή κοιλίες ενός κύματος Βικιλεξικό
- η συχνότητα εκπομπής των ραδιοφωνικών σταθμών Βικιλεξικό
- μεταφορικάη ποιότητα επικοινωνίας ανάμεσα σε δύο ανθρώπους Βικιλεξικό
- βρισκόμαστε το ίδιο μήκος κύματος, παρά τις δυσκολίες
Ετυμολογία
μήκος κύματος < → δείτε τις λέξεις μήκος και κύμα στη γενική ενικού • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →