μήκυνση
•
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του μηκύνω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μήκυνση < ελληνιστική κοινή μήκυνσις < αρχαία ελληνική μηκύνω < μῆκος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μήκυνση | μηκύνσεις |
| Γενική | μήκυνσης | μηκύνσεων |
| Αιτιατική | μήκυνση | μηκύνσεις |
| Κλητική | μήκυνση | μηκύνσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →