Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μήνυμα

/ˈmi.ni.ma/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. γραπτό ή προφορικό κείμενο που αφήνει ή στέλνει κάποιος σε άλλον Βικιλεξικό
    • αφήστε το μήνυμά σας μετά το χαρακτηριστικό ήχο
    • Μόνο μπορεῖ νὰ μείνουνε κατόπι μας οἱ στίχοι,
    • δέκα μονάχα στίχοι μας νὰ μείνουνε, καθὼς
    • τὰ περιστέρια, ποὺ σκορποῦν οἱ ναυαγοὶ στὴν τύχη
    • κι ὅταν φέρουν τὸ μήνυμα δὲν εἶναι πιὰ καιρός
  2. ιδέα ή νόημα που προσπαθεί κάποιος να επικοινωνήσει, η κεντρική ιδέα μιας ενέργειας, ενός κειμένου κλπ. Βικιλεξικό
    • Ο λαός έστειλε ξεκάθαρο μήνυμα στα μεγάλα κόμματα στις πρόσφατες εκλογές.

Ετυμολογία

μήνυμα < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική μήνυμα

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμήνυμαμηνύματα
Γενικήμηνύματοςμηνυμάτων
Αιτιατικήμήνυμαμηνύματα
Κλητικήμήνυμαμηνύματα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →