μήνυμα
•
- γραπτό ή προφορικό κείμενο που αφήνει ή στέλνει κάποιος σε άλλον Βικιλεξικό
- αφήστε το μήνυμά σας μετά το χαρακτηριστικό ήχο
- Μόνο μπορεῖ νὰ μείνουνε κατόπι μας οἱ στίχοι,
- δέκα μονάχα στίχοι μας νὰ μείνουνε, καθὼς
- τὰ περιστέρια, ποὺ σκορποῦν οἱ ναυαγοὶ στὴν τύχη
- κι ὅταν φέρουν τὸ μήνυμα δὲν εἶναι πιὰ καιρός
- ιδέα ή νόημα που προσπαθεί κάποιος να επικοινωνήσει, η κεντρική ιδέα μιας ενέργειας, ενός κειμένου κλπ. Βικιλεξικό
- Ο λαός έστειλε ξεκάθαρο μήνυμα στα μεγάλα κόμματα στις πρόσφατες εκλογές.
Ετυμολογία
μήνυμα < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική μήνυμα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μήνυμα | μηνύματα |
| Γενική | μηνύματος | μηνυμάτων |
| Αιτιατική | μήνυμα | μηνύματα |
| Κλητική | μήνυμα | μηνύματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →