μήρινθος
•
- παλαιογραφίατο νήμα, η κλωστή που συνδέει το μολυβδόβουλο με το έγγραφο σε αρχαίο ή μεσαιωνικό χειρόγραφο κώδικα Βικιλεξικό
- Κάτω εις το μέσον οκτώ οπαί δι’ ων διήρχετο η μήρινθος της εκπεσούσης σφραγίδος. (Λουκία Δρούλια, Χρύσα Μαλτέζου, «Το αρχείον της Ιεράς Μονής Αγίας Λαύρας Καλαβρύτων», Βυζαντινά Σύμμεικτα, 2 (1970) 384)
Ετυμολογία
μήρινθος < αρχαία ελληνική μήρινθος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μήρινθος | μήρινθοι |
| Γενική | μηρίνθου | μηρίνθων |
| Αιτιατική | μήρινθο | μηρίνθους |
| Κλητική | μήρινθε | μήρινθοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →