μίανση
•
- το αποτέλεσμα του μιαίνω, η παραβίαση ή προσβολή κάποιου πράγματος που είναι ιερό, σεβαστό Βικιλεξικό
- μίανση του μνημείου με ακαθαρσίες
Ετυμολογία
μίανση < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μίανση | μιάνσεις |
| Γενική | μίανσης | μιάνσεων |
| Αιτιατική | μίανση | μιάνσεις |
| Κλητική | μίανση | μιάνσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →