μίζα
•
- διαφθοράη παράνομη προμήθεια που δίνεται σε κάποιον που μεσολάβησε σε μια εμπορική συμφωνία Βικιλεξικό
- Κάθε μηχανισμός για να πάρει μπροστά χρειάζεται λάδι και μίζα. Η μίζα κινεί την παραοικονομία, η οποία κινεί την οικονομία. Οι Τούρκοι την έλεγαν μπαξίσι, αλλά εμείς τους έχουμε ξεπεράσει (Νίκος Γ. Δήμου, Ειρωνικό Νεοελληνικό Λεξικό, Ένατη ανανεωμένη έκδοση, εκδ. Πατάκης, 2013)
- τα λεφτά που στοιχηματίζει κάποιος στο καζίνο ή στα χαρτιά Βικιλεξικό
- τεχνολογίαο μηχανισμός που θέτει τον κινητήρα σε λειτουργία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μίζα < (άμεσο δάνειο) γαλλική mise + -α < μετοχή mis (τοποθετημένος) του mettre
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μίζα | μίζες |
| Γενική | μίζας | μιζών |
| Αιτιατική | μίζα | μίζες |
| Κλητική | μίζα | μίζες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →