Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μίζα

/ˈmi.za/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. διαφθοράη παράνομη προμήθεια που δίνεται σε κάποιον που μεσολάβησε σε μια εμπορική συμφωνία Βικιλεξικό
    • Κάθε μηχανισμός για να πάρει μπροστά χρειάζεται λάδι και μίζα. Η μίζα κινεί την παραοικονομία, η οποία κινεί την οικονομία. Οι Τούρκοι την έλεγαν μπαξίσι, αλλά εμείς τους έχουμε ξεπεράσει (Νίκος Γ. Δήμου, Ειρωνικό Νεοελληνικό Λεξικό, Ένατη ανανεωμένη έκδοση, εκδ. Πατάκης, 2013)
  2. τα λεφτά που στοιχηματίζει κάποιος στο καζίνο ή στα χαρτιά Βικιλεξικό
  3. τεχνολογίαο μηχανισμός που θέτει τον κινητήρα σε λειτουργία Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μίζα < (άμεσο δάνειο) γαλλική mise + -α < μετοχή mis (τοποθετημένος) του mettre

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμίζαμίζες
Γενικήμίζαςμιζών
Αιτιατικήμίζαμίζες
Κλητικήμίζαμίζες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →