μίξερ
•
- κουζινικάτο μηχάνημα ή το σκεύος με το οποίο ανακατώνουμε ή συνθλίβουμε φαγώσιμα ώστε να γίνουν πολτός ή χυμός Βικιλεξικό
- μηχανικός εξοπλισμός για ανάμιξη και ομογενοποίηση υλικών σε μορφή πολφού, αναμικτήριο / αναμικτήρας Βικιλεξικό
- κονσόλα που χρησιμοποιείται για μίξη τραγουδιών, ιδιαίτερα απο disc jockey Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μίξερ < αγγλική mixer
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →