Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μίσανδρος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. αυτός που μισεί το ανδρικό φύλο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μίσανδρος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή μίσανδρος < (μισῶ) μίσ- + -ανδρος (ἀνήρ)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμίσανδροςμίσανδρημίσανδρο
Γενικήμίσανδρουμίσανδρηςμίσανδρου
Αιτιατικήμίσανδρομίσανδρημίσανδρο
Κλητικήμίσανδρεμίσανδρημίσανδρο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμίσανδροιμίσανδρεςμίσανδρα
Γενικήμίσανδρωνμίσανδρωνμίσανδρων
Αιτιατικήμίσανδρουςμίσανδρεςμίσανδρα
Κλητικήμίσανδροιμίσανδρεςμίσανδρα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →