Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μίσθιο

/ˈmis.θi.o/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. νομικός όροςτο αντικείμενο μίας σύμβασης μίσθωσης (ιδίως ακίνητο), το οποίο μισθώνεται από έναν συμβαλλόμενο, τον εκμισθωτή, προς έναν άλλο συμβαλλόμενο, τον μισθωτή και που προσφέρεται έναντι μισθώματος Βικιλεξικό
    • Ο εκμισθωτής έχει στη πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή του ένα διαμέρισμα 2ου ορόφου, υπό στοιχεία … της επί της οδού … εντός διώροφης οικοδομής στο Δήμο …, εμβαδού … τ.μ., αποτελούμενο από τρία υπνοδωμάτια, ένα καθιστικό, μία κουζίνα, ένα λουτρό, ένα WC και έναν εξώστη προς την οδό … , εφεξής καλούμενο «μίσθιο». (απόσπασμα από μισθωτήριο)

Ετυμολογία

μίσθιο < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου μίσθιος < ελληνιστική κοινή μίσθιος (που παίρνει μισθό) < αρχαία ελληνική μισθός με σφαλερή αλλαγή σημασίας, πιθανόν (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική louage

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμίσθιομίσθια
Γενικήμίσθιου / μισθίουμισθίων
Αιτιατικήμίσθιομίσθια
Κλητικήμίσθιομίσθια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →