Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μίσχος

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. βοτανικήμικρό και λεπτό κυλινδρικό στέλεχος που ενώνει το φύλλο, το άνθος ή τον καρπό με τον βλαστό ενός φυτού Βικιλεξικό
    • Οι κεραίες (Είκ. 6) είναι μακριές, νηματοειδείς και πολύαρθρες. Αποτελούνται από 12+2 άρθρα. Το πρώτο στην βάση είναι ο σκήπος ή σκάπος (scapus), ο οποίος είναι τραπεζοειδής, έπειτα ακολουθεί ο μίσχος ή ποδίσκος (pedicel), ο οποίος είναι μικρός και υποσφαιρικός και μετά ακολουθεί το μαστίγιο (flagellum), αποτελούμενο από 12 άρθρα και στα δύο φύλα (Μελέτη της μορφολογίας και βιοοικολογίας κηκιδόμυγας του γένους Asphondylia (near serpylli Kleffer 1898) σε φυτά θυμαριού Coridothym us capitatus (L) στο νησί Σάμος, πτυχιακή εργασία, Πανεπιστήμιο Ιωάννίνων 2009, σελ. 55 https://web.archive.org/web/20240727142908/https://olympias.lib.uoi.gr/jspui/bitstream/123456789/26334/1/%CE%9C.%CE%95.-%CE%9C%CE%91%CE%9B%CE%91%CE%93%CE%91%CE%A1%CE%97%CE%A3%20%CE%A0%CE%9F%CE%9B%CE%A5%CE%9A%CE%91%CE%A1%CE%A0%CE%9F%CE%A3.pdf)

Ετυμολογία

μίσχος < (ελληνιστική κοινή)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμίσχοςμίσχοι
Γενικήμίσχουμίσχων
Αιτιατικήμίσχομίσχους
Κλητικήμίσχεμίσχοι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →