μίτωση
•
- βιολογίατρόπος διαίρεσης του πυρήνα των κυττάρων, σε τέσσερις φάσεις, όπου και παράγονται δύο θυγατρικά κύτταρα, χωρίς ν΄ αλλάζει ο αριθμός των χρωμοσωμάτων. Βικιλεξικό
- Κάρυο λέγεται στὴ βιολογία ὁ πυρήνας τοῦ κυττάρου. Καρυοκίνηση ἢ μίτωση ὁ πολλαπλασιασμὸς τῶν κυττάρων μὲ ἔμμεση διαίρεση σὲ δυὸ κύτταρα, σὲ ἀντίθεση μὲ τὴν ἄμεση, καὶ καρυογαμία ἡ σύντηξη δύο πυρήνων γενετησίων κυττάρων. (Νέα εστία, τ. 66, 1959, σελ. 844)
Ετυμολογία
μίτωση < (λόγιο δάνειο) νεολατινική mitosis < αρχαία ελληνική μίτος + -ωσις (-ωση)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μίτωση | μιτώσεις |
| Γενική | μίτωσης | μιτώσεων |
| Αιτιατική | μίτωση | μιτώσεις |
| Κλητική | μίτωση | μιτώσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →