μαΐστρα
•
- ναυτικός όροςμεγάλο τριγωνικό πανί που σηκώνεται πίσω από το κατάρτι και αποτελεί το βασικό πανί ενός ιστιοφόρου σκάφους Βικιλεξικό
- Η μαΐστρα σηκώνεται (βιράρεται) με ένα σχοινί ή συρματόσχοινο που βρίσκεται στο κατάρτι και ονομάζεται μαντάρι.
- γυναίκα που κάνει μάγια (αρσενικό) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μαΐστρα < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική μαΐστρα < βενετικά *maistra (για τον ναυτικό όρο < ιταλική albero di maistra άλμπουρο της μαΐστρας)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μαΐστρα | μαΐστρες |
| Γενική | μαΐστρας | — |
| Αιτιατική | μαΐστρα | μαΐστρες |
| Κλητική | μαΐστρα | μαΐστρες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →