Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μαέστρος

/maˈe.stros/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. επάγγελμαο διευθυντής ορχήστρας, που διδάσκει τους μουσικούς της ορχήστρας στις πρόβες και τους διευθύνει την ώρα της εκτέλεσης Βικιλεξικό
    • ο Δημήτρης Μητρόπουλος ήταν παγκοσμίως γνωστός μαέστρος
    • Ας πούμε εν τάχει ότι ο Πέτρος Σαπουντζής συνοψίζει ό,τι περισσότερο απεχθάνομαι στο ανθρώπινο είδος: τον τσαρλατανισμό, τον εξυπνακισμό, την ασπλαχνία, την τέχνη να θεωρείς ότι οι καλεσμένοι σου είναι ένα μάτσο σκατά, οι τηλεθεατές σου είναι ένα μάτσο σκατά κι εσύ ο σκατένιος μαέστρος της πιο σκατένιας ορχήστρας... (Πέτρος Τατσόπουλος, Η κυρία που λυπάται, εκδ. Μεταίχμιο, 2018)
  2. κατ’ επέκτασηο δεξιοτέχνης Βικιλεξικό
    • ο Nick the Greek ήταν μαέστρος τού πόκερ

Ετυμολογία

μαέστρος < (άμεσο δάνειο) ιταλική maestro < λατινική magister < magis + -ter < magnus < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *m̥ǵh₂nós < *méǵh₂s (μέγας)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμαέστροςμαέστροι
Γενικήμαέστρουμαέστρων
Αιτιατικήμαέστρομαέστρους
Κλητικήμαέστρομαέστροι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →