μαίευση
•
- λόγιοτο ξεγέννημα, το αποτέλεσμα του έργου του μαιευτήρα ή της μαίας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μαίευση < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική μαίευσις
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μαίευση | μαιεύσεις |
| Γενική | μαίευσης | μαιεύσεων |
| Αιτιατική | μαίευση | μαιεύσεις |
| Κλητική | μαίευση | μαιεύσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →