μαβί
•
- χρώματο μοβ χρώμα Βικιλεξικό
- Κωνσταντίνος Καβάφης, Μακριά (1914)
- Δεν είχε πολλά λουλούδια, λόγω της υψηλής θερμοκρασίας, υπήρχε όμως μια τεράστια μαβιά μπουκαμβίλια, ένα γέρικο αλμυρίκι και μια άγρια κορομηλιά. (Μαριάννα Τσαντίλη, Σαν ψίθυρος στην έρημο, εκδ. Καστανιώτη, 2014)
Ετυμολογία
μαβί < (άμεσο δάνειο) οθωμανική τουρκική ماوی (mavi) (τουρκική mavi) < αραβική مَاوِيّ (māwiyy, υδάτινος) < αραβική مائي (māwī, ύδωρ, υδατικό)
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →